ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ
ΧΑΙΡΕ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟΝ(Κάνετε κλίκ στήν εἰκόνα γιά νά ὁδηγηθεῖτε στό ἱστολόγιο: ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ 3

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

«Ἡ καύχηση τῶν χριστιανῶν, ἡ βία καί ἡ μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν», Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

«Οἱ χριστιανοί πρέπει νά καυχιοῦνται πού δουλεύουν στόν Χριστό». Αὐτό θά εἶναι τό πρῶτο θέμα μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθοῦμε σήμερα καί ἐντάσσεται μέσα στό γενικότερο θέμα τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν. Λέγαμε καί τό ξαναλέμε πολλές φορές ὅτι οἱ χριστιανοί πρέπει νά τηροῦν ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Κάποιοι ἔχουν τήν ἀπορία:
– Ποιές εἶναι ἄραγε αὐτές οἱ ἐντολές; Ὑπάρχει κάποιο σημεῖο στήν Ἁγία Γραφή πού μποροῦμε νά τίς ἔχουμε ἔτσι εὔκολα, συνοπτικά; Ξέρουμε γιά τίς ἐντολές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά αὐτές ἦταν βεβαίως δοσμένες ἀπό τόν Θεό πρό Χριστοῦ. Ὁ Χριστός μας ξέρουμε ὅτι ἦρθε, ὄχι γιά νά τίς καταργήσει αὐτές τίς δέκα ἐντολές, ἀλλά γιά νά τίς συμπληρώσει. Ποῦ εἶναι λοιπόν αὐτό τό συμπλήρωμα;
Βεβαίως, εἶναι σέ ὅλη τήν Ἁγία Γραφή, σέ ὅλη τήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά κατεξοχήν ὑπάρχουν συνοπτικά συγκεντρωμένες στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου, στό 5ο, 6οκαί 7ο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Ὅσοι λοιπόν ἔχουν αὐτή τήν ἀπορία, μποροῦν νά ἀνατρέξουν ἐκεῖ, σ’ αὐτά τά τρία κεφάλαια, ὅπου θά βροῦνε τίς βασικότερες ἐντολές, ἔτσι, ὅπως τίς κήρυξε ὁ Χριστός μας συμπληρώνοντας τίς ἐντολές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ξαναλέω ὅμως ὅτι ὅλη τήν Ἁγία Γραφή καί μάλιστα τήν Καινή Διαθήκη οἱ χριστιανοί πρέπει νά τήν μελετοῦν διά βίου, σ’ ὅλη τους τή ζωή, γιατί εἶναι φῶς στίς τρίβους τῆς ζωῆς, ὅπως λέει ὁ Δαβίδ «ὁ νόμος σου εἶναι λύχνος καί φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118,105).
Οἱ χριστιανοί, τώρα λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, θά πρέπει νά καυχιόμαστε νά τό ’χουμε καύχημα, ὅτι δουλεύουμε στόν Κύριο, ὅτι εἴμαστε δοῦλοι Κυρίου καί ὑπακούουμε στά προστάγματά Του, στίς ἐντολές Του «ἀφοῦ ὑπακούσαμε στό κάλεσμά Του νά μποῦμε μέσα στόν ἀμπελώνα Του, μέσα στήν Ἐκκλησία καί κάναμε αὐτή τήν συμφωνία μέ τόν οἰκοδεσπότη καί Κύριο τοῦ ἀμπελῶνος, ὅταν βαπτιστήκαμε.
Καί ἡ συμφωνία εἶναι ὅτι πρέπει νά ἐργαζόμαστε τίς ἐντολές μέ προθυμία, ὄχι μέ ἀμέλεια καί ἀδημονία, δηλαδή ἀνυπομονησία, ἀλλά μέ κάθε προθυμία, μέ κάθε ἀγάπη, μέ κάθε χαρά καί ὑπομονή ἔχοντας γιά καύχημά μας τό γεγονός ὅτι ἀξιωθήκαμε νά ὑπηρετοῦμε τέτοιον ἀγαθό καί φιλανθρωπότατο Δεσπότη, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἄξιος νά ὑπηρετεῖται δωρεάν ἀπό ὅλα τά κτίσματά Του ἀκόμα κι ἄν δέν θά ἔδινε σ’ αὐτά κανένα μισθό καί πληρωμή. Ὅμως, ὁ Χριστός μας μᾶς δίνει καί πληρωμή, ἄν τηροῦμε τίς ἐντολές. Μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὅτι «τά ἀγαθά τῆς γῆς φάγεσθε» (Ἡσ. 1,19). Ἐάν ὑπακούετε σέ Μένα, θά ἔχετε τά ἀγαθά τῆς γῆς. Νά ἡ ἀπάντηση στήν κρίση, στό σύγχρονο οἰκονομικό πρόβλημα, πού οἱ ἄνθρωποι τό θεωροῦμε πολύ μεγάλο καί τραγικό. Ὁ Θεός μᾶς ἔχει πεῖ τήν λύση, νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του καί δέν θά μᾶς λείψει τίποτα ἀπό τά γήινα ἀγαθά. Ὄχι μόνο τά γήινα, ἀλλά καί τά ὑπεργήινα θά μᾶς δώσει. Μᾶς πληρώνει δηλαδή. Ἐνῶ θά ἔπρεπε καί χωρίς πληρωμή νά Τόν ὑπηρετοῦμε, νά Τόν τιμοῦμε καί νά Τόν εὐγνωμονοῦμε γιά ὅλα αὐτά πού μᾶς δίνει.
Κι ἄν οἱ δοῦλοι ἐπίγειου βασιλέως ἐπαινοῦνται πού ὑπηρετοῦν τόν βασιλιά τους καί πολλές φορές τό λένε ὡς καύχημά τους ὅτι εἶμαι στήν ὑπηρεσία τοῦ τάδε βασιλέως, ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πού βρισκόμαστε στήν βασιλική ὑπηρεσία πῶς δέν πρέπει νά καυχιόμαστε καί νά χαιρόμαστε πού ἀξιωθήκαμε νά δουλεύουμε στίς ἐντολές τοῦ βασιλέα τῶν βασιλέων, τοῦ Χριστοῦ; Ναί, ὀνομάζεστε δοῦλοι, ἐπειδή ἐργάζεστε τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, ἀλλά αὐτή ἡ δουλεία σας ὑπερβαίνει ὅλες τίς ἀξίες, ὅλες τίς τιμές καί ὅλα τά ὀφίκια τῶν βασιλέων τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτό καί ὁ προφήτης Δαβίδ, παρόλο πού ἦταν βασιλέας, ὅμως εἶχε γιά καύχημά του νά διπλο-ὀνομάζεται δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί υἱός τῆς μικροτάτης δούλης Του. Γι’ αὐτό καί ἔλεγε «Κύριε ἐγώ εἶμαι δοῦλος σός καί υἱός τῆς παιδίσκης σου» (Ψαλμ. 115,7). Δυό φορές δοῦλος δικός Σου, καί καυχιόταν γιά αὐτό, ἐνῶ ἦταν βασιλιάς. Καί πάλι λέει στόν 108ο ψαλμό «εὐφρανθήσεται ὁ δοῦλός σου» ἐννοώντας τόν ἑαυτό του. Ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή, ὁ Δαβίδ ὀνομάζει τόν ἑαυτό του δοῦλο τοῦ Θεοῦ καί καυχιέται γι’ αὐτό.
Οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος καυχῶνται πώς εἶναι δοῦλοι τοῦ Ἰησοῦ περισσότερο ἀπ’ ὅτι καυχῶνται καί καλλωπίζονται οἱ συγκλητικοί καί οἱ βασιλικοί ἄνθρωποι στούς μανδύες καί στίς ζῶνες καί στά ἄλλα βασιλικά παράσημα καί ἀξιώματα πού ἔχουν. Γι’ αὐτό καί στίς ἀρχές ὅλων σχεδόν τῶν ἐπιστολῶν τους προσθέτουν αὐτό τό ὄνομα σάν στέφανο καί πολύτιμο διάδημα τῆς κεφαλῆς τους λέγοντας «Παῦλος, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ». Δέν λέει εἶμαι γνώστης θεολογίας, εἶμαι διδάσκαλος, καθηγητής, Φαρισαῖος, νομομαθής κ.λ.π. Λέει εἶμαι δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτό τόν τίτλο δίνει στόν ἑαυτό του καί καυχιέται γιά αὐτόν τόν τίτλο. Μετά πάλι στήν πρός Φιλιππησίους «Παῦλος καί Τιμόθεος, δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ», βάζει καί τόν μαθητή του. Καί πάλι ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος ἀρχίζει τήν ἐπιστολή του καί λέει «Ἰάκωβος, Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος». Καί ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στήν Β΄ Καθολική του ἐπιστολή λέει «Συμεών Πέτρος, δοῦλος καί ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καί ὁ Ἅγιος Ἰούδας στήν Καθολική του Ἐπιστολή λέει τό ἴδιο «Ἰούδας, Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος». Αὐτή εἶναι ἡ προσηγορία πού δίνουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στόν ἑαυτό τους καί καυχῶνται γιά αὐτή. Γιά αὐτήν τήν προσηγορία πρέπει νά καυχόμαστε κι ἐμεῖς. Σήμερα πού ὅλοι μιλᾶνε γιά δικαιώματα καί γιά ἐλευθερίες, ξεχνᾶνε αὐτή τήν δουλεία, γιά αὐτό καί γίνονται ἀνελεύθεροι καί γίνονται δοῦλοι ἀνθρώπων. Ὅταν,ὅμως, γίνεις δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ἐλευθερώνεσαι πραγματικά καί ἀπό τίς ἐξαρτήσεις πού ἔχεις στά πάθη σου καί ἀπό τήν ὑποδούλωση σέ ἄλλους ἀνθρώπους καί κυρίως ἀπό τήν ὑποδούλωση στούς δαίμονες. Ἄν δέν γίνεις δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, θά εἶσαι δοῦλος σέ ὅλα τά ἄλλα. Θά εἶσαι δοῦλος στόν ἑαυτό σου, θά εἶσαι δοῦλος στά πάθη, σέ ἄλλους ἀνθρώπους καί στούς δαίμονες, ἡ χειρότερη δουλεία, γιατί οἱ δαίμονες εἶναι κύριοι πολύ σκληροί καί πολύ ἀπάνθρωποι.
– Γιατί οἱ Ἅγιοι ἔχουν σέ πολύ τιμή τήν ὑπηρεσία στόν Θεό;
Οἱ Ἅγιοι ἔχουν σέ τόση τιμή καί καύχημα τήν ὑπηρεσία στόν Θεό καί τό νά ὀνομάζονται δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατί ἄραγε; Ἐπειδή, ὅσοι μέν ὑπηρετοῦν τούς ἐπιγείους βασιλιάδες πολλές φορές συμβαίνει καί νά πεινοῦν καί νά διψοῦν καί νά λυποῦνται καί τό ὄνομά τους νά ἀτιμάζεται. Διότι, οἱ ἐπίγειοι βασιλιάδες πού ὑπηρετοῦν, μερικές φορές, γίνονται ἀχάριστοι καί δέν ἀναγνωρίζουν τήν ὑπηρεσία τῶν ὑπηκόων τους. Τί ἔγινε τώρα μέ τίς συντάξεις τῶν ἀνθρώπων; Ὅλο περικοπές. Μέ τούς μισθούς τῶν ἀνθρώπων; Ὅλο περικοπές. Ἀδικία. Βέβαια, ἀδικία. Ἀλλά, ἔτσι εἶναι στά ἀνθρώπινα. Οἱ ἐπίγειοι βασιλιάδες ἀδικοῦν τούς ὑπηκόους. Ὄχι μόνο ἀδικοῦν, καί καταδυναστεύουν, λέει ὁ Κύριος. Καταταλαιπωροῦν, δηλαδή, τούς ὑπηκόους. Γι’ αὐτό μακάριος αὐτός πού γίνεται δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό καί οἱ Ἅγιοι ἔχουν σέ πολύ τιμή αὐτή τήν ὑπηρεσία στόν Θεό, γιατί ξέρουν ὅτι ὁ Θεός ποτέ δέν θά τούς ἀδικήσει, ποτέ δέν θά τούς κοροϊδέψει. Ὅλα αὐτά πού ὑπόσχεται ὁ Θεός, τά κάνει. Ἐνῶ ὅ,τι ὑπόσχονται οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, πολλές φορές δέν τό κάνουν, παραβαίνουν τίς συμφωνίες. Γι’ αὐτό, ὅσοι ἀξιωθοῦν νά ὑπηρετοῦν τόν Χριστό καί τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί πάντοτε χαίρονται καί ἀγάλλονται. Αὐτῶν πάντοτε ὑψώνεται καί μεγαλύνεται τό ὄνομα, γιατί ὁ Θεός τόν Ὁποῖο ὑπηρετοῦν εἶναι μεγαλόδωρος καί πλουσιόδωρος καί δέν ἀφήνει ἀπλήρωτη οὔτε τήν παραμικρή ὑπηρεσία, καθώς λέει ὁ Θεός διά τοῦ Ἡσαΐα: «οἱ δοῦλοι μου θά ἔχουν νά φᾶνε, μά ἐσεῖς θά πεινάσετε» (Ἡσ. 65,13). Μιλάει ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, προσέξτε, προφητικά, 700 χρόνια πρό Χριστοῦ τό λέει στούς ἀνθρώπους. Ἐσεῖς, λέει, πού θά εἶστε δοῦλοι Μου, θά ἔχετε νά φᾶτε. Τό λέει, ἔτσι, ὠμά. Ἐσεῖς οἱ ἄλλοι πού δέν θέλετε νά εἶστε δοῦλοι μου, θά πεινάσετε. Μή μᾶς κάνει ἐντύπωση. Αὐτά γίνονται, πραγματοπιοῦνται, καί μάλιστα στίς μέρες μας. «Αὐτοί θά ἔχουν νά πιοῦν, ἐσεῖς ὅμως -πού δέν θέλετε νά εἶστε δοῦλοι μου- θά ὑποφέρετε ἀπ’ τή δίψα. Αὐτοί θά χαίρονται, ἐνῶ ἐσεῖς θά ζεῖτε ντροπιασμένοι. Ἀλλά στούς δούλους μου ἐγώ θά δώσω ἕνα καινούριο ὄνομα» (Ἡσ. 65,15). Καί ποιό εἶναι αὐτό τό καινούριο ὄνομα; Εἶναι τό ὄνομα χριστιανός, αὐτό πού μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστός.
Οἱ χριστιανοί πρέπει νά ἐργάζονται τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ μέ χαρά, μέ φόβο μαζί καί ταπείνωση. Ὅταν λέμε φόβος, ὁ νοῦς πάντοτε νά πηγαίνει στήν λέξη σεβασμός. Κι ὅταν λέμε φόβος Θεοῦ, ἐννοοῦμε ἀκριβῶς αὐτό, νά σεβόμαστε τόν Θεό, τά λόγια Του καί τίς ἐντολές Του.
Ἐπειδή ὁ μισόκαλος διάβολος δέν σταματάει ἀπό τό νά πειράζει τούς δούλους τοῦ Χριστοῦ καί νά τούς κάνει νά ἐπαίρονται καί νά ὑπερηφανεύονται πώς τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί ἐκ τούτου τούς στερεῖ τόν μισθό τοῦ κόπου τους καί τῆς ὑπηρεσίας τους, γι’ αὐτό προσέχετε ἀδελφοί μου χριστιανοί, νά ἐργάζεστε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ μέ χαρά, μαζί μέ φόβο καί ταπείνωση. Μέ χαρά, διότι ἐσεῖς οἱ θνητοί καί γήινοι ἀξιωθήκατε ἕναν Θεό καί ἕναν οὐράνιο καί ἀθάνατο βασιλέα καί μέ φόβο καί μέ ταπείνωση, διότι ὅσο κι ἄν προθυμοποιηθεῖτε νά τηρήσετε τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, ποτέ δέν θά μπορέσετε νά τίς ἐργαστεῖτε ὅπως πρέπει καί μέ ὅλη τήν τελειότητα. Χαρά λοιπόν γιά τήν τιμή πού μᾶς κάνει ὁ Θεός νά ὑπηρετοῦμε στίς ἐντολές Του ἀλλά καί προσοχή πολλή καί φόβος νά μήν παραβοῦμε τίς ἐντολές καί πολλή ταπείνωση. Ποτέ νά μή νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ἄξιοι μισθοῦ καί ἀνταπόδοσης, γιατί λέει ὁ Χριστός μας «ἀκόμα κι ἄν τηρήσετε ὅλες τίς ἐντολές καί τότε νά λέτε ὅτι εἶστε ἀχρεῖοι δοῦλοι» (Λουκ. 17,10). Ὅταν δέν τηροῦμε, πού δέν τίς τηροῦμε δυστυχῶς, τί πρέπει νά λέμε ὅτι εἴμαστε; Γι’ αὐτό ὁ Κύριος λοιπόν καί νομοθέτης καί δοτήρας τῶν ἐντολῶν μᾶς συμβουλεύει ὅτι, ὅταν κάνουμε ὅλα ὅσα μᾶς προστάζει ὁ Θεός, πάλι νά λέμε ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι δοῦλοι καί «ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν». Ἁπλῶς κάναμε αὐτό πού ὀφείλαμε νά κάνουμε, δέν κάναμε τίποτα περισσότερο.
Προσέξτε καί κάτι ἀκόμα. Ὅπως οἱ χριστιανοί ἔκαναν τά θελήματα καί τίς προσταγές τοῦ διαβόλου, πρίν γίνουν χριστιανοί, πρίν μετανοήσουν, ἔτσι τώρα πού μετανόησαν πρέπει νά κάνουν καί τίς προσταγές τοῦ Θεοῦ. Νά σᾶς πῶ, λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ἕναν λόγο ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνθρώπινος καί πολύ-πολύ συγκαταβατικός; Μέχρι τώρα δουλέψατε τόν πονηρό διάβολο καί κάνατε τά θελήματα καί τίς προσταγές του μέ διάφορες ἁμαρτίες. Γιατί ὁ ἄνθρωπος πού ἁμαρτάνει, δουλεύει στόν διάβολο, ἔχει κύριο τόν διάβολο. Εἴδατε πού μᾶς εἶπε ὁ Χριστός μας λ.χ. γιά τούς φιλάργυρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κύριο τόν μαμωνᾶ ὅτι «δέν μπορεῖτε σέ δύο κυρίους νά δουλεύετε. Καί στόν Κύριο καί στόν ἄλλο κύριο, τόν μαμωνᾶ» (Λουκ. 16,13), τόν διάβολο δηλαδή καί μάλιστα τόν διάβολο τοῦ χρήματος, τόν δαίμονα τῆς φιλαργυρίας, στόν ὁποῖο δουλεύουν πάρα πολλοί ἄνθρωποι σήμερα κι ἀπ’ τήν ἄλλη λένε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί. Δέν εἶναι χριστιανοί. Εἶναι δοῦλοι τοῦ μαμωνᾶ, ὅταν σκέφτονται γιά τά χρήματα καί γιά τίς κληρονομιές καί εἶναι ὑποδουλωμένοι σ’ αὐτά καί πάσχουν γι’ αὐτά καί δέν μιλιοῦνται γι’ αὐτά μέ τούς συγγενεῖς καί μέ τούς γείτονες κ.λ.π. Ὅπως, λοιπόν, ὡς τώρα δουλεύατε σ’ αὐτόν τόν κακό κύριο, τόν διάβολο καί κάνατε τίς ἐντολές του, ἔτσι ἀπό δῶ κι ἐμπρός νά ὑπηρετήσετε τόν Θεό καί νά τηρήσετε τίς ἐντολές Του. Κι ὅπως καταστήσατε τήν ψυχή καί τό σῶμα δούλους στήν ἀκαθαρσία καί στήν ἁμαρτία, ἔτσι ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς νά κάνετε αὐτά δούλους στήν ἀρετή καί στήν καθαρότητα. Μέχρι τώρα ἔβαλες τό σῶμα σου καί τήν ψυχή σου νά δουλεύουν στά πάθη καί νά λερώνονται ἀπό τίς διάφορες ἁμαρτίες, σωματικές καί ψυχικές, ἀπό δῶ κι ἐμπρός βάλ’ τα, σῶμα καί ψυχή, νά ἐργαστοῦν γιά τόν Θεό.
Διότι, ἄν ἐσεῖς μέ τόση εὐχαρίστηση καί ἀγάπη φυλάξατε τίς προσταγές τοῦ διαβόλου μέ τίς ὁποῖες κανένα μισθό δέν κερδίσατε, ἀλλά ἀντίθετα κόλαση, θάνατο, ντροπή καί ἀτιμία, πῶς δέν εἶναι δίκαιο τώρα νά φυλάξετε μέ τήν ἴδια εὐχαρίστηση καί ἀγάπη τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἄν καί ἔπρεπε μέ περισσότερη, γιά τίς ὁποῖες πρόκειται νά λάβετε ὡς ἄπειρη πληρωμή τήν αἰώνια ζωή καί τιμή καί δόξα ἀτελεύτητη ἀπό τόν Θεό; Ὁ διάβολος μᾶς χρησιμοποιεῖ. Μᾶς πετάει μιά ψευτο-ἡδονή καί μετά μᾶς γεμίζει μέ ντροπή, μέ ἐνοχές, μέ ἀηδία, μέ ὅλη αὐτή τήν κακία καί ὅλη αὐτή τήν ἄσχημη κατάσταση πού ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Θεός μᾶς καλεῖ στήν ὑγεία τήν πνευματική καί σωματική καί μᾶς ὑπόσχεται καί μᾶς δίνει καί τήν αἰώνια χαρά καί μακαριότητα.
Κι αὐτός δέν εἶναι δικός μου λόγος, λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ἀλλά εἶναι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος συγκαταβατικά μᾶς συμβουλεύει νά κάνουμε γιά τήν ἀσθένειά μας αὐτό τό πράγμα. Τί λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή; «Χρησιμοποιῶ τήν ἀνθρώπινη εἰκόνα τῆς δουλείας», τότε ὑπῆρχε ὁ θεσμός τῆς δουλείας, «γιατί δέν μπορεῖτε ἀλλιώτικα νά μέ καταλάβετε. Παλιότερα εἴχατε ὑποδουλώσει ὅλο τό εἶναι σας σέ πάθη καί πράξεις ἀντίθετες μέ τό θεϊκό θέλημα, μέ ἀποτέλεσμα νά ζεῖτε ἀντίθετα πρός τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ζούσατε ἀντίθετα, διότι εἴχατε ὑποτάξει τό δικό σας θέλημα στό θέλημα τοῦ διαβόλου». Γιατί αὐτό σημαίνει δοῦλος. Ὁ δοῦλος εἶναι αὐτός πού δέν ἔχει δικό του θέλημα, ἀλλά κάνει πάντα τό θέλημα τοῦ κυρίου του, ὅποιος εἶναι ὁ κύριός του… Ἄν ὁ κύριός μας, λοιπόν, εἶναι ὁ διάβολος, κάνουμε τό θέλημα αὐτουνοῦ. Αὐτό λέει ὁ Ἀπόστολος. Μέχρι τώρα αὐτουνοῦ τό θέλημα κάνατε. «Ὅπως τότε εἴχατε ὑποδουλωθεῖ μέ ὅλο σας τό εἶναι σ’ αὐτόν, ἔτσι πρέπει καί τώρα νά ὑποδουλώσετε ὅλο τό εἶναι σας στό θεϊκό θέλημα, γιά νά βρεθεῖτε κοντά στόν Θεό». Βλέπετε τί ρόλο παίζει τό θέλημα; Τό τί θέλει ὁ ἄνθρωπος… Τελικά αὐτό πού θέλουμε, αὐτό καί κάνουμε. Πολλές φορές λέμε: ἔχω αὐτό τό πάθος, δέν μπορῶ νά τό κόψω. Γιατί δέν μπορεῖς; Μήπως δέν θέλεις; Τό ἔχεις ψάξει; Ἄν τό ψάξεις, θά δεῖς ὅτι λίγο τό ἀγαπᾶς, τό θέλεις καί ἔχεις δώσει τόπο στόν πονηρό.
Ὅπως, λοιπόν, τότε ὑποδουλώθηκες σ’ αὐτόν, τώρα ὑποδουλώσου στόν Χριστό ἐξ ὁλοκλήρου, ὄχι κατ’ ἕνα μέρος, γιά νά βρεθεῖς κοντά στόν Θεό. «Ποιό ἦταν τό κέρδος σας ἀπό τήν διαγωγή σας ἐκείνη;», λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπό τήν πρό Χριστοῦ ἐποχή; «Ντρέπεστε τώρα γιά αὐτήν, γιατί ὁδηγοῦσε τελικά στόν θάνατο». Ἡ ἁμαρτία ὁδηγεῖ τελικά στόν θάνατο, εἶναι νόμος τοῦ Θεοῦ. «Τά ὀψώνια, τά ἀποτελέσματα, τῆς ἁμαρτίας εἶναι θάνατος» (Ρωμ. 6,23) πάντοτε. Μή μᾶς κάνει ἐντύπωση, ἄν σήμερα ὁ κόσμος ἔχει γεμίσει μέ τά λεγόμενα ψυχολογικά, τά ὁποῖα ἐκφράζουν ἀκριβῶς αὐτόν τόν θάνατο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί, ὅμως, ἦρθε ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς; Γιατί προηγουμένως ἐπιτρέψαμε στήν ψυχή καί στό σῶμα νά ἁμαρτήσει. Ἡ ἁμαρτία φέρνει τόν θάνατο. Βγάλε τήν ἁμαρτία καί θά ἔρθει ἡ ὑγεία, θά φύγει ἡ κατάθλιψη, θά φύγουν τά ψυχολογικά, θά φύγουν ὅλα. Πήγαινε νά ἐξομολογηθεῖς, πήγαινε νά μάθεις τήν νοερά προσευχή, τήν ἀδιάλειπτη εὐχή, νά κρατᾶς τόν νοῦ σου στόν Θεό καί ὄχι σ’ αὐτούς τούς λογισμούς τούς ἔμμονους πού σοῦ βάζει συνέχεια ὁ διάβολος καί δέν μπορεῖς νά σταματήσεις νά τούς σκέφτεσαι.. Μπορεῖς, ἀρκεῖ νά κολλήσεις τόν νοῦ σου στόν Θεό. Καί θά δεῖς μετά τί ὑγεία θά ἔχεις καί σωματική καί ψυχική. Γιατί, ὅταν ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς, ἀποκαθίσταται καί ἡ ὑγεία τοῦ σώματος. Ἐκτός, ἄν κρίνει ὁ Θεός ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα σου νά φύγεις καί σέ πάρει, ἀλλά καί πάλι θά φύγεις χαρούμενος, θά φύγεις εἰρηνικός, θά φύγεις γεμάτος ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ποιό εἶναι τό κέρδος ἀπό τήν ἀντίχριστη ζωή πού κάνατε ὡς τώρα; Λυπόσαστε καί ντρέπεστε γι’ αὐτήν. «Τώρα ὅμως εἶστε ἐλεύθεροι πιά ἀπ’ τήν ἁμαρτία», λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «καί ἀνήκετε στόν Θεό. Εἶστε χριστιανοί, εἶστε μετανοημένοι. Δέν εἶστε πλέον δοῦλοι τοῦ πονηροῦ ἀλλά δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καρπός τῆς καινούριας ζωῆς σας εἶναι ἡ ἁγιοσύνη καί τό τέλος τῆς πορείας σας εἶναι ἡ αἰώνια ζωή». Αὐτή εἶναι ἡ χαρά μας, ἡ αἰώνια ζωή ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπό δῶ καί τώρα. Εἶναι πλάνη αὐτό πού ἔχουν κάποιοι χριστιανοί καί νομίζουν ὅτι ἡ αἰώνια ζωή ἀρχίζει μετά θάνατον. Ὄχι, ἀπό δῶ ἀρχίζει ἡ αἰώνια ζωή καί ἀπό δῶ παίρνουμε τήν πρόγευση, τίς προκαταβολές, τόν ἀρραβώνα. Ἄν δέν ἔχεις τόν ἀρραβώνα, μήν ἐλπίζεις ὅτι θά ἔχεις τόν γάμο στήν ἄλλη ζωή, ὅτι τυχαῖα δηλαδή θά πᾶς στόν Παράδεισο. Δέν εἶναι τυχαῖα. Πρέπει ἀπό δῶ ν’ ἀρχίσεις νά ζεῖς τόν Παράδεισο καί μετά θάνατον νά τόν ζήσεις στήν πληρότητά του.
Γι’ αὐτό καί ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί λέει «μέ ὅση φροντίδα, μέ ὅση ἐπιθυμία ἐπιδιώκετε τήν κακία μολονότι δέν εἶχε κανένα ἔπαθλο – ἡ κακία ποιό ἔπαθλο ἔχει; τίποτα.. ντροπή καί θάνατο, κόλαση καί τιμωρία – μέ τήν ἴδια φροντίδα ἐπιδιῶξτε τώρα τήν ἀρετή». Πῶς θά γίνει ὅμως;
– Τί θά μᾶς βοηθήσει γιά νά τηρήσουμε τίς ἐντολές;
Δύο πράγματα. Τό ἕνα εἶναι ἡ βία καί τό ἄλλο εἶναι ἡ ἀνάγνωση καί ἡ μελέτη. Ἄς δοῦμε τό πρῶτο. Μεγάλη βοήθεια θά ἔχετε ἀδελφοί στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἐάν στήν ἀρχή βιάσετε τόν ἑαυτό σας στό νά τηρεῖτε τίς θεῖες ἐντολές. Γιατί στήν ἀρχή, κυρίως, εἶναι ἡ δυσκολία. Ὅπως ἕνα αὐτοκίνητο γιά νά ξεκινήσει, πρέπει νά πατήσεις δυνατά, γιά νά ξεφύγει ἀπό τίς τριβές, ὅπως λένε στή φυσική,  καί νά μπορέσει νά πάρει κίνηση στούς τροχούς, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος στήν ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἔχει δυσκολία, γιατί εἶχε μάθει μέχρι τώρα νά ζεῖ μέ ραθυμία, μέ τεμπελιά, μέ ἀπραξία πνευματική. Νά ξυπνήσει τό πρωί νά κάνει προσευχή, νά πάει στή Θεία Λειτουργία, νά κάνει πάλι τό βράδυ τήν βραδινή του προσευχή, νά κάνει λίγο κομποσκοίνι, λίγες μετάνοιες τό βράδυ, αὐτά τοῦ φαίνονται μερικές φορές σάν βουνό, γιατί δέν τά εἶχε ξανακάνει ποτέ. Ἀλλά αὐτή ἡ ἅγια βία εἶναι πού κάνει τόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, τόν ψυχικό καί τόν σωματικό, νά παίρνει μπρός ν’ ἀρχίσει νά λειτουργεῖ καί ν’ ἀρχίσει σιγά-σιγά ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, γιά νά φτάσει νά λέει ὅτι «πλέον δέν ζῶ ἐγώ ἀλλά ζεῖ ὁ Χριστός μέσα μου» (Γαλ. 2,20).
Ἐάν λοιπόν στήν ἀρχή βιάσετε τόν ἑαυτό σας, θά πάρετε μεγάλη βοήθεια. Ἐπειδή τόσα χρόνια συνηθίσατε στήν ἀμέλεια καί στήν ἀργία, ἔρχεστε ἔτσι σέ μεγάλη δυσκολία, στό νά κάνετε τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό λοιπόν εἶναι ἀνάγκη νά βιάσετε τόν ἑαυτό σας καί νά νικήσετε τήν δυσκολία καί τήν παλαιά συνήθεια, ἡ ὁποία σᾶς ἐμποδίζει ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν. Μεγάλο πράγμα ἡ συνήθεια. Ἡ συνήθεια λειτουργεῖ καί θετικά καί ἀρνητικά. Ἄν μέχρι τώρα δούλευες στόν πονηρό, ἔχεις πολλές κακές συνήθειες, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐμπόδιο καί θά πρέπει νά ἀγωνιστεῖς νά τίς ξεπεράσεις. Μετά, ὅμως, ἀφοῦ τίς καλές αὐτές πράξεις, τίς ἐνέργειες αὐτές τίς καλές τίς κάνεις, τίς ξανακάνεις, λειτουργεῖ ἡ καλή συνήθεια. Πάλι ὁ νόμος τῆς συνήθειας. Τώρα ὅμως ἔχεις συνηθίσει τό καλό καί μετά εἶναι δύσκολο νά τό ἀφήσεις, γιατί τό ἔχεις συνηθίσει καί γίνεται ἡ καλή συνήθεια τότε μιά δεύτερη φύση στόν ἄνθρωπο. Ἄς βιάσουμε λοιπόν τόν ἑαυτό μας νά νικήσουμε τίς κακές συνήθειες πού μᾶς ἐμποδίζουν στήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν. Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Κύριος «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουν αὐτήν» (Ματθ. 11,12). Αὐτοί πού βιάζουν τόν ἑαυτό τους, ἀσκοῦν βία ἅγια δηλαδή στό σῶμα καί τήν ψυχή τους. Δοκιμάστε νά πεῖτε τήν νοερά προσευχή, τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με ἕνα λεπτό καί νά εἶναι ὁ νοῦ σας σ’ αὐτές τίς λέξεις. Θά δεῖτε ὅτι δέν μπορεῖτε, εἶναι πολύ δύσκολο. Γιατί; Γιατί δέν ἔχουμε συνηθίσει νά κρατᾶμε τόν νοῦ μας σ’ ἕνα μέρος, σέ μία σκέψη, σέ ἕναν λογισμό. Πηγαίνει ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ. Ἄν ὅμως τό κάνεις μιά φορά, δυό φορές, τρεῖς φορές, δέκα, εἴκοσι, πενήντα, ἑκατό, μετά θά δεῖς ὅτι εἶναι πολύ εὔκολο. Κι ὄχι ἕνα λεπτό καί δύο καί τρία… Ἔτσι λοιπόν κανείς προχωράει πνευματικά.
Ἐάν λοιπόν ἐσεῖς βιάσετε τόν ἑαυτό σας στή φύλαξη τῶν ἐντολῶν, ὁ Κύριος βλέποντάς σας ὅτι βιάζεσθε, θά σᾶς δώσει δύναμη καί χάρη στό νά κάνετε τίς ἐντολές Του μέ εὐχαρίστηση καί χαρά, ὥστε αὐτό πού προηγουμένως κάνατε μέ πολλή δυσκολία κατόπιν νά τό κάνετε μέ μεγάλη εὐκολία. Γιατί ἀρχίζει νά λειτουργεῖ μέσα μας ἡ χάρις τοῦ βαπτίσματος καί νά ἔχουμε καί τόν καρπό αὐτῆς τῆς χάρης πού εἶναι ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη… ὅλα αὐτά πού ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει καρπό τοῦ Πνεύματος «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία…» (Γαλ. 5,22). Ἔτσι ἔρχονται κι αὐτά νά σέ ἐνισχύσουν στόν ἀγῶνα σου καί νά καταλάβεις ὅτι, ναί, τώρα κάτι καλό ἀρχίζει νά γίνεται μέσα μου. Ἀρχίζω νά αἰσθάνομαι τήν Θεία χάρη, δηλαδή τόν Χριστό. Αὐτό εἶναι ὁ Χριστός, ἡ Θεία χάρις μ’ αὐτόν τόν καρπό.
Ἔτσι λοιπόν λέει καί ὁ Ἅγιος Διάδοχος «πρέπει στήν ἀρχή τῆς προσπάθειας μέ βίαιο θέλημα νά ἐργάζεται κανείς τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὥστε βλέποντας ἐμᾶς ὁ ἀγαθός Κύριος, τόν σκοπό καί τόν κόπο, πολύ εὐχάριστα θά ἀποστείλει τό θέλημά Του τό πλήρως τέλειο σέ ὅσους ὑπηρετοῦν τίς ἔνδοξες ἐντολές Του, γιατί ἀπό τόν Κύριο ἑτοιμάζεται ἡ θέλησις. Ὥστε μέ πολύ χαρά πρέπει ἀκατάπαυστα νά ἐργαζόμαστε τό ἀγαθό. Διότι τότε πράγματι θά καταλάβουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Αὐτός πού ἐργάζεται μέσα μας καί τό νά θέλουμε καί τό νά ἐνεργοῦμε κατά τήν θέλησή Του». Ἀκόμα καί τήν θέληση τήν βάζει ὁ Θεός, τήν καλή θέληση. ‘Μά τότε τί κάνουμε ἐμεῖς;’, θά πεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ καί τήν θέληση γιά τό καλό μᾶς τή βάζει ὁ Θεός. Κάτι κάνουμε κι ἐμεῖς: θέλουμε νά θέλουμε. Θέλουμε, προαιρούμεθα δηλαδή, τόν Θεό. Βλέπει ὁ Θεός αὐτή τήν καλή προαίρεση πού ἔχουμε, αὐτή τήν μικρή ταπείνωση καί τήν ἀνθρώπινη ἀγάπη πού καταβάλλουμε, αὐτόν τόν κόπο πού βάζουμε καί ἔρχεται καί μᾶς δίνει τό πλῆρες, τό τέλειο.
Θά ἔχετε βοήθεια στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, δεύτερο, ἐάν διαβάζετε συχνά τό Εὐαγγέλιο καί τίς ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὅταν λέμε συχνά, ἐννοοῦμε καθημερινά, ἴσως καί περισσότερες ἀπό μία φορές τήν ἡμέρα, γιατί μέσα στό Ἅγιο Εὐαγγέλιο περιέχονται οἱ ἐντολές τοῦ Κυρίου περισσότερο καί ἐξαιρετικά στό 5ο, 6ο καί 7ο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ὅπως τό εἴπαμε καί στήν ἀρχή τοῦ λόγου. Τό ἴδιο καί στίς ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, γιατί αὐτά πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶναι καί στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁ ἴδιος τό φανερώνει. Λέει στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἄν κάποιος θεωρεῖ τόν ἑαυτό του προφήτη ἤ κάτοχο πνευματικοῦ χαρίσματος, αὐτός πρέπει νά καταλαβαίνει καλύτερα ὅτι αὐτά πού σᾶς γράφω εἶναι ἐντολές τοῦ Κυρίου. Καί μάλιστα στό 6ο κεφάλαιο τῆς Α΄ πρός Κορινθίους, ὅπου προστάζει ὁ Ἀπόστολος νά μήν πηγαίνουν καθόλου σέ δικαστήρια οἱ χριστιανοί. Ἐάν ὅμως ἔχουν κάποια δίκη τουλάχιστον νά πηγαίνουν μόνο στά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια καί ὄχι, ποτέ-ποτέ, στά ἐξωτερικά τῶν ἀσεβῶν, ὅπως δηλαδή προστάζει καί ὁ Κύριος. Ἀπό πόσες ταλαιπωρίες θά γλίτωναν οἱ χριστιανοί ἄν τηροῦσαν αὐτή τήν ἐντολή; πού εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου διά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Πόσοι μοῦ λένε: τί ἤθελα καί ἔμπλεξα μέ τά δικαστήρια; Γιατί ὅλα αὐτά εἶναι ἀνθρώπινα καί οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶναι ἐμπαθεῖς καί ἐν πολλοῖς εἶναι εἰδωλολάτρες κι ἄς εἶναι βαφτισμένοι χριστιανοί. Στό φρόνημα εἶναι εἰδωλολάτρες καί δέν βρίσκεις τό δίκαιο σου. Πολλές φορές μάλιστα ζημιώνεσαι ἀκόμα περισσότερο ἀπό ὅσο εἶχες ζημιωθεῖ προηγουμένως ἀπό τήν ἀδικία πού σοῦ ἔκανε ὁ Χ΄, ὁ Ψ΄ ἄνθρωπος.
Καί γιατί ἔχουμε μεγάλη βοήθεια ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Ἀποστόλου; Διότι ὅταν διαβάζετε συχνά σ’ αὐτά τά βιβλία τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τίς θυμόσαστε. Καί ἄν τίς θυμάστε, μπορεῖτε καί νά τίς ἐφαρμόσετε. Δηλαδή πολεμᾶμε τήν λήθη. Ἡ λήθη μαζί μέ τήν ραθυμία καί τήν ἄγνοια εἶναι τά πρωταρχικά πάθη, τά φοβερά ἀποτελέσματα τῶν παθῶν, τά σπουδαιότερα. Ἡ λήθη εἶναι ἡ λησμονιά. Ξεχνᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ξεχνᾶμε τόν ἴδιο τόν Θεό. Γι’ αὐτό καί ὁ προφήτης Δαβίδ ἔκρυβε τά λόγια καί τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου στήν καρδιά του, γιά νά τίς θυμᾶται πάντοτε κι ἀπ’ αὐτή τήν ἐνθύμηση νά παρακινεῖται νά τίς τηρεῖ. Καί ἔλεγε «στά βάθη τῆς καρδίας μου ἔκρυψα τά λόγιά σου γιά νά τά θυμᾶμαι πάντοτε καί νά μήν ἁμαρτήσω ἐνώπιόν σου» (Ψαλμ. 118,11). Ὁ Κύριος παραγγέλει λέγοντας ἐκεῖνος πού κρατάει τίς ἐντολές Μου καί τίς ἐκτελεῖ, αὐτός Μέ ἀγαπᾶ. «Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με» (Ἰω. 14,21). Αὐτή εἶναι ἡ πραγματική ἀγάπη. Πολλοί λένε:
– Ξέρεις πόσο ἀγαπῶ τόν Θεό;
– Πόσο Τόν ἀγαπᾶς;
– Πάρα πολύ!
– Τί θά πεῖ αὐτό; Τίποτα δέν λέει… Ἀπόδειξέ το ὅτι ἀγαπᾶς τόν Θεό.
– Πῶς νά τό ἀποδείξω;
– Τηρώντας τίς ἐντολές. Ἔχοντας καί τηρώντας.
Ἔχω τί σημαίνει; Ἔχω βαθιά μέσα στήν καρδιά μου τό Εὐαγγέλιο, τό γνωρίζω, τό ἀγαπάω, τό μελετάω. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος παραγγέλει λέγοντας «ἐκεῖνος πού κρατάει τίς ἐντολές καί τίς τηρεῖ, αὐτός Μέ ἀγαπᾶ».
– Τί λές ὅτι ἀγαπᾶς τόν Θεό καί δέν ξέρεις ποιές ἐντολές ἔχει, ποιές ὁδηγίες σοῦ ἔχει δώσει; Ψέματα λές ὅτι Τόν ἀγαπᾶς.
Ἕνας πού ἀγαπάει κάποιον νοιάζεται νά μάθει τά θελήματά του, νά τό ποῦμε ἔτσι λαϊκά, τά γοῦστα του, αὐτό πού τοῦ ἀρέσει γιά νά τοῦ τό κάνει.
– Πῶς δείχνεις σέ κάποιον ὅτι τόν ἀγαπᾶς;
Τοῦ δίνεις, τοῦ κάνεις αὑτό πού τοῦ ἀρέσει, ἐκτός ἁμαρτίας φυσικά. Ἄν ἀγαπᾶς τόν Θεό, θά μάθεις τί ἀρέσει στόν Θεό γιά νά τοῦ τό κάνεις, νά τοῦ δείξεις ὅτι Τόν ἀγαπᾶς. Στόν Θεό ἀρέσει ταπείνωση, στόν Θεό ἀρέσει πτωχεία, ἀρέσει ἁπλότητα, ἀρέσει εἰρήνη, συγχωρητικότητα, ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς. Τά ξέρεις αὐτά; Τήρησέ τα. Ἔτσι θά ἀποδείξεις ὅτι ἀγαπᾶς τόν Θεό.
– Ποιός εἶναι αὐτός πού κρατάει τίς ἐντολές;
Εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει πάντοτε τήν ἐνθύμηση καί τήν μελέτη τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά του. Εἶναι ἐκεῖνος πού τίς τηρεῖ ὅταν τό ἀπαιτήσει ἡ ἀνάγκη. Ὅταν βρεθεῖ σέ μιά πρόκληση, ἐκεῖ φαίνεται, ἄν εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἤ ὄχι.
Θά πῶ ψέματα καί θά πάρω χρήματα; Ἤ θά περιφρονήσω τά χρήματα καί θά πῶ τήν ἀλήθεια; Ἐκεῖ φαίνεται… Θά τηρήσω τήν ἐντολή ἤ δέν πειράζει νά πῶ ἕνα ψέμα γιά νά πάρω λ.χ. τήν ἐπιδότηση; Ἔ, λέει, δέν πειράζει νά τό ποῦμε τό ψέμα. Ἐδῶ φαίνεται, ἄν ἀγαπᾶς τόν Θεό ἤ ὄχι. Ἔτσι κρινόμαστε. Δέν θέλεις νά πᾶς κάπου ὅταν σέ παίρνουν τηλέφωνο. Ἕτοιμη ἡ δικαιολογία… ψεύτικη. Νά πῶ ψέματα γιά νά μήν δυσαρεστήσω αὐτόν πού μέ παίρνει τηλέφωνο ἤ νά πῶ τήν ἀλήθεια; Ἐκεῖ φαίνεται, ἄν ἀγαπᾶς τόν Θεό ἤ ὄχι. Τό ἔχουμε εὔκολο τό ψέμα. Ὄχι, νά πεῖς τήν ἀλήθεια. Ἐπιτέλους, θά πεῖς δέν μπορῶ. Κι ἄν δέν θέλεις νά πεῖς, μή λές, ὅσο κι ἄν σέ πιέζει ὁ ἄλλος κι ἄς γίνεις δυσάρεστος στούς ἀνθρώπους. Γιά νά γίνεις ἀρεστός στόν Θεό, πρέπει πολλές φορές νά γίνεις δυσάρεστος στούς ἀνθρώπους. Καί ὁ Χριστός αὐτό μᾶς εἶπε ὅτι, ἄν θέλετε νά ἀρέσετε καί νά εἶστε δοῦλοι στούς ἀνθρώπους, δέν μπορεῖτε νά γίνετε δοῦλοι δικοί μου. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός μᾶς προστάζει νά κρατᾶμε στήν καρδιά μας τίς ἐντολές, γιατί ἀπό τήν ἐνθύμηση ἔρχεται στήν πράξη κανείς. Καθώς καί ἀντίθετα, ὅποιος δέν διαβάζει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τίς ξεχνάει. Καί ξεχνώντας τες πῶς εἶναι δυνατόν νά τίς τηρήσει;
– Πόσοι χριστιανοί ξεχνᾶνε τήν ἐντολή τῆς συγχωρητικότητας; Τῆς ἀγάπης στούς ἐχθρούς; Μήπως κἄν δέν τήν ξέρουνε; Τί σημαίνει ν’ ἀγαπᾶς τόν ἐχθρό σου; Λέει, δέν ἔχω κακία μαζί του. Ναί, ἀλλά καλημέρα δέν τοῦ λέει… καί χαίρομαι κι ἄν πάθει καί καμιά ζημιά… Ὄχι ὅτι ἔχω χαιρεκακία! Ποῦ εἶναι ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ πού λέει ν’ ἀγαπᾶς τούς ἐχθρούς σου; Χρόνια νά μιληθοῦν γείτονες, ἀδέλφια, ξαδέλφια, γιά κληρονομικά. Μέ στενοχώρησε πάρα πολύ, λέει, δέν μπορῶ νά τοῦ μιλήσω. Ἔτσι εἶπε ὁ Θεός νά κάνουμε; Τό ξέχασες; Γιατί τό ξέχασες; Γιατί δέν μελετᾶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός προστάζει τούς Ἰουδαίους νά μελετοῦν πάντοτε τίς ἐντολές Του καί νά τίς λένε στά παιδιά τους.
Τί θά πεῖς στά παιδιά σου; Τί θά τά διδάξεις; Αὐτά τά νεοεποχίτικα πού λένε στά σχολεῖα καί τά διαστρέφουν ἤ αὐτά πού λέει ἡ τηλεόραση περί ὁμοφυλοφιλίας κ.λ.π.; Γι’ αὐτό καταστρέφονται τά παιδιά, γιατί δέν τούς διδάσκουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἄραγε ἐμεῖς τίς ξέρουμε νά τούς τίς ποῦμε; Καί ὄχι μόνο νά τίς λένε στά παιδιά τους, ἀλλά καί νά τίς γράφουν πάνω στά ἀνώφλια τῶν σπιτιῶν τους. Βλέπετε; Νά βάζεις λέει πινακίδες, ταμπέλες, πάνω στό ἀνώφλι τοῦ σπιτιοῦ σου, πάνω ἀπό τήν πόρτα, πού νά εἶναι γραμμένες ἐκεῖ οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Νά τίς βλέπει τό παιδί καί νά τίς διαβάζει, νά τίς θυμᾶται. Ἐμεῖς παλιά στό σχολεῖο μας εἴχαμε, δέν ξέρω τώρα ἄν τό ἔχουν, τόν δεκάλογο, τίς δέκα ἐντολές. Τώρα ἔχουν ἄλλα…
«Νά μείνουν στήν καρδιά σου οἱ ἐντολές αὐτές πού ἐγώ σήμερα σοῦ δίνω», λέει στό Δευτερονόμιο. Ὁ Θεός τό λέει. «Νά τίς διδάσκεις στά παιδιά σου καί νά μιλᾶς γιά αὐτές ὅταν κάθεσαι στό σπίτι σου καί ὅταν βαδίζεις στόν δρόμο, ὅταν ξαπλώνεις γιά ὕπνο καί ὅταν σηκώνεσαι» (Δευτ. 11,19). Συνέχεια δηλαδή νά μιλᾶς γιά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Λένε: – Τί νά κάνουμε; Τί νά ποῦμε; Κάτι πρέπει νά ποῦμε… Καί τί λένε; Κουτσοκέφαλα, ὅ,τι νά ’ναι, ἁμαρτίες, κατακρίσεις, καταλαλιές.. Νά τί νά πεῖς, νά πεῖς τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Νά τίς θυμηθεῖς κι ἐσύ, νά τίς θυμηθοῦν καί οἱ ἄλλοι πού σέ ἀκοῦνε. Πῶς νά στολίσω τό σπίτι μου; Νά πῶς νά στολίσεις τό σπίτι σου. «Νά τίς δέσεις, λέει, ἐδῶ σάν σημάδι στό χέρι σου καί νά τίς ἔχεις σάν ἔμβλημα στό μέτωπό σου ἀνάμεσα στά μάτια σου καί νά τίς γράψεις -τίς ἐντολές- στίς παραστάδες τῆς πόρτας τοῦ σπιτιοῦ σου καί στίς πύλες τῆς πόλης σου». Μπαίνοντας στήν πόλη νά βλέπεις τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ! Τί ὡραῖο πράγμα! Τώρα βλέπουμε ἕνα σωρό ἄσχημα, αἰσχρά πράγματα μπαίνοντας, βγαίνοντας, ἀλλά καί μέσα στήν πόλη.
Ὅλοι οἱ χριστιανοί, παντρεμένοι καί μοναχοί, ὀφείλουν νά κάνουν ὑπακοή μέχρι θανάτου στίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, ἄν θέλουν νά ἀποκτήσουν, ὄχι μόνο τά πρόσκαιρα, ἀλλά καί τά αἰώνια καλά πού προείπαμε. Καί κανείς δέν ἔχει ἐξουσία νά ἀλλάξει οὔτε τό παραμικρό ἀπό τίς ἐντολές, οὔτε ἀπό τά δεξιά οὔτε ἀπό τά ἀριστερά, ὅπως εἶναι γραμμένο πάλι στήν Παλαιά Διαθήκη καί θά εἶναι μαζί του τό Δευτερονόμιο, ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μήν παραβεῖ καμία ἀπό τίς ἐντολές δεξιά ἤ ἀριστερά. Διότι, σύμφωνα καί μέ τόν Μέγα Βασίλειο, ἐκτός ἀπό τόν γάμο – πού δέν εἶναι ἐντολή ὁ γάμος, εἶναι προαιρετικό μυστήριο – ὅλες οἱ ἄλλες ἐντολές εἶναι νομοθετημένες νά τηροῦνται ἀπό ὅλους τούς κοσμικούς. Τούς ὁποίους κακῶς τούς λέμε κοσμικούς, πιό σωστά νά τούς λέγαμε λαϊκούς. Χριστιανούς δηλαδή πού ζοῦνε μέσα στόν κόσμο, ἀλλά δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου, δέν εἶναι ὑποταγμένοι στό κοσμικό φρόνημα δηλαδή, τό ὁποῖο κοσμικό φρόνημα εἶναι ἡ ὑποδούλωση στά τρία μεγάλα πάθη, στήν φιληδονία, στήν φιλαργυρία καί στήν φιλοδοξία. Οἱ χριστιανοί πού ζοῦν μέσα στόν κόσμο, λοιπόν, λέγονται λαϊκοί χριστιανοί. Βεβαίως ὑπάρχουν καί οἱ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέσα στόν κόσμο. Καμιά φορά τούς λέμε κοσμικούς κληρικούς, ἀλλά πάλι κι αὐτοί ὄχι μέ τήν ἔννοια ὑποταγμένοι στό κοσμικό φρόνημα, ἁπλῶς εἶναι κληρικοί πού εἶναι ἐκτός τοῦ μοναστηριοῦ, εἶναι μέσα στίς πόλεις, εἶναι μέσα στόν κόσμο.
Ὅλοι, λοιπόν, αὐτοί ὑποχρεοῦνται νά τηροῦν ὅλες τίς ἐντολές πού κήρυξε ὁ Χριστός μέ τό Εὐαγγέλιο καί ὄχι μόνο οἱ μοναχοί, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δώσουμε λόγο γιά τήν ὑπακοή μας στό Εὐαγγέλιο, μοναχοί ἀλλά καί ὅσοι βρίσκονται σέ συζυγίες, εἶναι σύζυγοι δηλαδή. Θά εἶναι ἀρκετή δηλαδή σ’ αὐτόν πού ἦρθε σέ κοινωνία γάμου ἡ συγγνώμη γιά τήν ἀκρασία, τήν ἐπιθυμία πρός τό θήλυ καί τήν συνουσία. Γίνεται ἐδῶ ἡ συγγνώμη, ἡ συγκατάβαση δηλαδή τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτούς οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦν νά ἐγκρατευθοῦν, νά μείνουν ἄγαμοι δηλαδή. Καί τούς δίνει αὐτή τή συγγνώμη νά ἔρθουν εἰς γάμου κοινωνία. Καί λέει ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι ἀρκετό αὐτό, γιατί ὅλες οἱ ἐντολές εἶναι νομοθετημένες γιά ὅλους καί πρέπει νά τίς τηρήσεις ἐξίσου ὅπως καί οἱ μοναχοί καί δέν εἶναι ἀκίνδυνη ἡ παράβασή τους. Ὅπως λένε κάποιοι, ἐμεῖς εἴμαστε κοσμικοί δέν εἴμαστε μοναχοί… δέν πειράζει τώρα… νά μήν κάνουμε, ὅπως οἱ μοναχοί, ἄς κάνουμε καί καμιά μικρή ἁμαρτία… Κι αὐτή ἡ μικρή ἁμαρτία σέ βγάζει ἔξω ἀπό τήν Βασιλεία..
Γιατί καί ὁ Χριστός μας ὅταν εὐαγγελιζόταν τίς ἐντολές τοῦ Πατέρα Του, τίς ἔλεγε σέ ὅσους βρίσκονται στόν κόσμο, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Δέν τίς ἔλεγε σέ μοναχούς. Ἄλλωστε δέν ὑπῆρχαν τότε μέ τή μορφή πού ξέρουμε σήμερα οἱ μοναχοί καί τά μοναστήρια. Ὁ Χριστός μας μιλοῦσε σέ ὅλους, ἀπευθυνόταν σέ ὅλους, ἐγγάμους καί ἀγάμους.
Λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: ἐκτός ἀπό τά τοῦ γάμου ὅλες οἱ ἐντολές τοῦ νόμου εἶναι κοινές γιά ὅλους. Μᾶλλον, ὅμως, ὁ Παῦλος, καί στήν περίπτωση αὐτή τοῦ γάμου δηλαδή, προτρέπει νά εἶναι ὅλοι ἴσοι. Προσέξτε τί λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί γιά αὐτούς πού εἶναι ἔγγαμοι. Τούς ἐξισώνει μέ τούς ἄλλους, τούς μή ἐγγάμους. Πῶς; Λέει στήν Α΄πρός Κορινθίους «παρέρχεται ἡ μορφή τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ὥστε καί ὅσοι ἔχουν γυναῖκες ἄς ζοῦν σάν νά μήν ἔχουν», σάν νά εἶναι ἄγαμοι. Βλέπετε; «Καί οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μή ἔχοντες» (Α΄Κορ. 7,29). Γιατί; Γιατί παράγει, λέει, τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου. Ὁ κόσμος, δηλαδή, εἶναι ἕνα σχῆμα, δέν εἶναι κάτι σταθερό. Καί στήν ἐποχή μας τό βλέπουμε κατεξοχήν. Συνεχῶς ἀλλάζει ὁ κόσμος. Ἀλλάζει μορφή, ἀλλάζουν τά πάντα καί πολύ γρήγορα, μέ ἠλεκρονικές ταχύτητες στήν ἐποχή μας.. Παράγει, φεύγει… καί πᾶμε ραγδαίως πρός τά ἔσχατα, πρός τό τέλος, πρός τήν Δευτέρα Παρουσία, πρός τόν ἁρμαγεδώνα, πρός τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου. Αὐτά τρέχουν πολύ γρήγορα στίς μέρες μας… Λοιπόν, κι ἐσεῖς πού ἔχετε γυναῖκες νά εἶστε σάν νά μήν ἔχετε, νά ζεῖτε δηλαδή ὡς ἄγαμοι. Νά ἔχετε τόν νοῦ σας νά τηρεῖτε τίς ἐντολές καί νά μήν καλύπτεστε πίσω ἀπ’ αὐτό ὅτι εἴμαστε ἔγγαμοι καί ὄχι καλόγεροι καί, ἑπομένως, δικαιολογούμαστε νά παραβαίνουμε τίς ἐντολές. Δέν δικαιολογούμαστε.
Ἀντί νά βασίζονται λοιπόν κάποιοι ἀνόητοι κοσμικοί καί λένε ‘αὐτά δόθηκαν στούς καλόγερους νά τά κάνουν καί ὄχι σέ μᾶς τούς κοσμικούς’, ἄς ἀκούσουν μᾶλλον τόν Σολομῶντα πού τούς ἐλέγχει καί τούς λέει «νά φοβοῦνται τόν Θεό καί νά τηροῦν τίς ἐντολές Του». Γιατί; «Ἐπειδή γι’ αὐτό τόν σκοπό ἦρθε κάθε ἄνθρωπος στόν κόσμο, γιά νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Δημιουργοῦ του». Ὄχι, ὅπως λένε μερικοί, σκοπός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά κάνει οἰκογένεια. Ὄχι, δέν εἶναι σκοπός τοῦ ἀνθρώπου αὐτός. Σκοπός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Δημιουργοῦ, γιά νά πάει στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός. Δηλαδή αὐτοί πού δέν ἔκαναν οἰκογένεια; Εἶναι ἀποτυχημένοι; Πᾶνε στήν κόλαση;…
Ἄκουσε ποιό εἶναι τό τελικό συμπέρασμα: «νά φοβᾶσαι τόν Θεό καί νά τηρεῖς τίς ἐντολές Του, γιατί αὐτός εἶναι ὅλος ὁ σκοπός καί προορισμός τοῦ ἀνθρώπου». Τό λέει αὐτό στήν Παλαιά Διαθήκη στόν Ἐκκλησιαστή. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο διαβάζουμε στόν θάνατο κάθε χριστιανοῦ, λαϊκοῦ ἤ κληρικοῦ ἤ μοναχοῦ, τόν Ψαλμό πού λέγεται ‘Ἄμωμος’. Γιά νά δειχθεῖ ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος -εἴτε μοναχός ἦταν, εἴτε λαϊκός ἦταν, εἴτε παπάς ἦταν, εἴτε Δεσπότης, εἴτε Πατριάρχης, ὅ,τι κι ἄν ἦταν – ἀφοῦ γεννήθηκε καί μέχρι τόν θάνατό του φύλαξε ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, αὐτές πού περιέχονται στόν ψαλμό. Γιατί ὁ 118ος ψαλμός, πού εἶναι ὁ μεγαλύτερος ψαλμός, ὁ ἄμωμος, ἔχει μέσα ὅλες τίς ἐντολές καί γι’ αὐτό τόν διαβάζουμε κάθε μέρα στήν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ γιά νά θυμόμαστε ὅλες τίς ἐντολές. Καί τόν διαβάζουμε καί στόν νεκρό ὅταν τόν ξενυχτᾶμε δείχνοντας ἔτσι ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος τήρησε τίς ἐντολές. Μακάρι! Καί συνεπῶς τί ἔκανε; Φύλαξε τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο ἦρθε στόν κόσμο. Αὐτό λοιπόν τό ρητό τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ «τοῦτο πᾶς ὁ ἄνθρωπος» (Ἐκκλ. 12,13) ἔτσι τό ἑρμήνευσαν μερικοί κατά τήν μετάφρασή του. Ἑπομένως, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύει τήν λέξη ‘τοῦτο’ ἀντί τῆς ἔκφρασης ‘τοῦτο ἐστί τό συστατικό καί χαρακτηριστικό ἴδιο τοῦ ἀνθρώπου’. Αὐτή λέει εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ‘τοῦτο’. Αὐτό εἶναι τό χαρακτηριστικό τοῦ ἀνθρώπου. Ποιό εἶναι; Αὐτό πού κάνει τόν ἄνθρωπο πραγματικά ἄνθρωπο; Τό νά φυλάγει τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Τότε γίνεσαι ἄνθρωπος. Ὅποιος λοιπόν παραβαίνει τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, δέν εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος ἀλλά ψεύτικος, ὅπως εἶναι ἕνας ζωγραφιστός ἄνθρωπος. Ἔτσι λέει καί καταλήγει ὁ Ἅγιος Νικόδημος καί καταλήγουμε κι ἐμεῖς καί νά βάλουμε σάν σκοπό τῆς ζωῆς μας νά τηροῦμε τίς ἐντολές καί αὐτό νά διδάσκουμε καί τά παιδιά μας.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ἐρ. : Εὐλογεῖτε. Ὁ Κύριος μᾶς λέει ὅτι «χωρίς Ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτα». Αὐτό εἶναι ἀλήθεια, γιατί τό βλέπουμε ὅτι πᾶμε στήν Ἐκκλησία καί τά πάθη μας τ΄ ἀγαπᾶμε καί ξαναμαρτάνουμε καί ξαναμαρτάνουμε καί προσπαθοῦμε νά νικήσουμε τόν κακό μας ἑαυτό ἀλλά τελικά μᾶς νικάει αὐτός. Πῶς μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά μπορέσουμε νά νικήσουμε τόν κακό μας ἑαυτό, τόν πονηρό καί τόν κόσμο;
Ἀπ. : Δέν χρειάζεται νά τήν ἀποκτήσουμε, γιατί τήν ἔχουμε. Ἀφοῦ εἴμαστε βαφτισμένοι τήν ἔχουμε ἀπό τή στιγμή πού χριστήκαμε. Τό Ἅγιο Χρίσμα εἶναι ἡ σφραγίς τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλά τότε τί θά κάνουμε; Θά πρέπει νά τήν ἐπανενεργοποιήσουμε. Αὐτό εἶναι πού μᾶς λείπει. Δέν εἶναι νά τήν κατακτήσουμε, ἀλλά νά τήν ἐνεργοποιήσουμε. Τήν ἔχουμε, ἀλλά ἐπειδή ἀπό πάνω ἔχουμε ρίξει πολλές ἁμαρτίες, πολλά μπάζα, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος, χρειάζεται νά ξεμπαζώσουμε, χρειάζεται νά μετανοήσουμε, νά διώξουμε τά μπάζα, αὐτές τίς ἁμαρτίες, αὐτές τίς ἀκαθαρσίες, αὐτά τά πάθη, μέ τόν τρόπο πού μᾶς ἔχει διδάξει ἡ Ἐκκλησία μας. Μέ τήν μετάνοια. Μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή προπάντων. Ὅταν κανείς μπεῖ στή διαδικασία τῆς ἀδιάλειπτης ἐπίκλησης τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε μπαίνει σ’ αὐτή τήν διαδικασία τοῦ ‘ἀπομπαζώματος’ καί σιγά-σιγά φανερώνει αὐτή τήν κρυμμένη, δωρημένη ἀπό τόν Θεό θεία χάρη καί μετά φυσώντας, συνεχίζοντας τήν προσευχή, αὐτή ἡ χάρις πού μοιάζει μέ μιά μικρή σπίθα ἀνάβει καί γίνεται μιά ὡραία μεγάλη φωτιά στόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία καίει τήν καρδιά του καί τήν καθαρίζει ἀκόμα περισσότερο, ὅπως καιγόταν ἡ καρδιά τῶν δύο ἀποστόλων πού πήγαιναν πρός Ἐμμαούς, ὅταν τούς μιλοῦσε ὁ Κύριος. Καί ὄχι μόνο τόν καθαρίζει αὐτή ἡ χάρις, ἀλλά καί τόν φωτίζει καί τόν θεώνει. Ἡ διαδικασία λοιπόν εἶναι αὐτή νά μποῦμε στήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί φυσικά στήν ἐξομολόγηση καί στήν ἐκκοπή τῶν παθῶν. Μέχρι τώρα κάναμε τό κακό, σταματᾶμε νά τό κάνουμε. Μέχρι τώρα πολυλογούσαμε, κουτσομπολεύαμε, καταλαλούσαμε, τώρα σταματᾶμε. Πιό εὔκολα ἀποφεύγουμε τό ἐξωτερικό, πιό δύσκολα τό ἐσωτερικό. Ἀλλά μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ κάνουμε καί τό ἐσωτερικό. Καί πῶς θά γίνει τό ἐσωτερικό καθάρισμα; Μέ τήν ἀδιάλειπτη προσήλωση τοῦ νοῦ στά λόγια τῆς εὐχῆς, στό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με. Αὐτό μᾶς δίδαξαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες πού εἶναι τό πιό εὔκολο. Σ’ αὐτή τήν προσπάθεια χρειάζεται καί ἡ νηστεία, χρειάζεται καί ἡ ὑπακοή σέ ὅλα στόν πνευματικό μας πατέρα, τό ὁποῖο εἶναι πολύ ἀπαραίτητο, γιατί χωρίς τόν πνευματικό ὁδηγό δέν θά μπορέσουμε νά κάνουμε τίποτα. Ἄν δέν κόψουμε τό θέλημά μας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ μας, πού εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πάλι, δέν θά μπορέσουμε νά προχωρήσουμε. Πολλοί προσπάθησαν ἀλλά μάταια, γιατί ἐγωιστικά προσπάθησαν. Καί λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅταν δεῖς κάποιον νά προσπαθεῖ ν’ ἀνέβει στόν οὐρανό ἐγωιστικά, νά τόν πιάσεις καί νά τόν κατεβάσεις κάτω, γιατί δέν πάει καλά.
Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ στυλίτης, ὅταν κάποτε ἔκανε αὐτό τό ὑπερφυσικό καί τό πρωτοφανέρωτο ἄθλημα τό ν’ἀνεβεῖ πάνω σέ ἕναν στύλο καί νά ζεῖ ἐκεῖ πέρα, οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀναρωτήθηκαν: – Τί εἶναι αὐτό πού κάνει τώρα; Εἶναι ἄραγε καλό; Θά τόν δοκιμάσουμε. Ξέρετε τί ἔκαναν; Πῆγαν ἀπό κάτω καί τοῦ εἶπαν «κατέβα κάτω». Ἄν ἦταν ἐγωιστής, θά ἔλεγε «τί μοῦ λέτε ἐσεῖς τώρα; ἐγώ γιά τόν Θεό τό κάνω…γιατί νά κατέβω κάτω; δέν κατεβαίνω…». Ἦταν ταπεινός καί λέει «ναί, θά κατέβω ἀφοῦ τό λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες κάτι ξέρουν καλύτερα ἀπό μένα..». Βλέπετε ὑπακοή; Βλέπετε ταπείνωση; Ἀπό κεῖ καταλαβαίνεις τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Καί μόλις τόν εἶδαν νά κατεβαίνει, τοῦ λένε «ἄντε ξανανέβα, εἶναι κατά Θεόν ὁ δρόμος σου, τό καταλάβαμε ἀπό τήν ταπείνωση πού ἔδειξες, ἀπό τήν ὑπακοή πού ἔχεις». Ἐνῶ εἶναι κάποιοι ἄλλοι πού ἄν τούς κόψεις λίγο τό θέλημα, καί μάλιστα ὁ Πνευματικός, ἐξανίστανται καί ἐπαναστατοῦν. Δέν τό ἀντέχουν. Ἐγώ, λένε, γιά τόν Θεό τό κάνω… καί χιλιές δυό ἄλλες προφάσεις, γιά νά κάνουν τό θέλημά τους. Φοβερή κατάσταση! Καί νομίζουν ὅτι κάνουν τό εὐάρεστο θέλημα στόν Θεό. Ἀλλά οὐσιαστικά δουλεύουν στά πάθη τους, στόν ἐγωισμό τους, στήν ὑπερηφάνειά τους, στήν φιλοδοξία τους.
Προσέξτε λοιπόν πολύ αὐτά τά θέματα, τῆς ὑπακοῆς, τῆς ταπείνωσης καί μετά τῆς ὑπακοῆς στόν πνευματικό μας καί τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, γιατί πολλές φορές πᾶμε στόν πνευματικό μας τά λέμε ἀλλά μέ τό πού θά βγοῦμε ἔξω πάλι τά ξανακάνουμε. Γιατί; Γιατί δέν ὑπάρχει ἀδιάλειπτη προσευχή, δέν ὑπάρχει ἡ προσήλωση τοῦ νοῦ στόν Θεό, ἡ ὁποία θά σέ φυλάξει γιά νά μήν ξαναμαρτήσεις. Ναί μέν, τά εἶπες, Ὡραῖα! Καθαρίστηκες, βεβαίως. Ἀλλά ἀμέσως μετά, ἄν δέν προσέξεις, ξαναλερώνεσαι. Πῶς; Μέ τόν νοῦ σου, μέ τήν σκέψη σου, μέ τό ἄτακτο βλέμμα σου, μέ τήν ἄτακτη ἀκοή σου καί γλῶσσα σου. Πῶς θά γίνει νά μή ξαναμαρτήσεις; Θά πρέπει συνεχῶς ὁ νοῦς σου νά εἶναι στόν Χριστό, γιατί ἀπό κεῖ ξεκινάει κάθε ἁμαρτία ἀπό τόν νοῦ. Ὁ διάβολος τόν νοῦ μᾶς παραπλανάει μέ φαντασίες, μέ ψεύτικες εἰκόνες καί μᾶς βάζει ν’ ἁμαρτήσουμε.
Ἐρ. : Εὐλογεῖτε. Μέσα στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου κρύβεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ… Προχθές τῆς Ὑπαπαντῆς εἶχε ἕνα πάρα πολύ ὡραῖο τροπάριο στά προεόρτια πού γιορτάζαμε, «..ὁ πάλαι χαράξας ἐν πλαξί, τὸν νόμον ἐν τῷ ὄρει Σινᾷ, ἵνα πάντας ἀπαλλάξῃς, ἐκ τῆς τοῦ νόμου πάλαι δουλείας», τό ὁποῖο αὐτό τροπάριο μέ συνεκίνησε πάρα πολύ. Εὐχαριστῶ.
Ἀπ. : Μέσα στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἔχουμε τήν ἀγάπη στόν Θεό, τήν ἀγάπη στόν πλησίον καί μέσα στά ἅγια τροπάρια φανερώνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Αὐτός ὁ παλαιός τῶν ἡμερῶν, πού τόν εἰκοναγραφοῦμε κιόλας, καί νομίζουν μερικοί ὅτι εἶναι ὁ Πατέρας, ὁ Θεός-Πατέρας, δέν εἶναι ὁ Θεός-Πατέρας. Ὁ παλαιός τῶν ἡμερῶν εἶναι ὁ Χριστός. Καί γιατί τόν λέμε παλαιό τῶν ἡμερῶν; Γιατί ὑπάρχει πάντα. Ὅπως καί ὁ Πατέρας ὑπάρχει πάντα, ἔτσι καί ὁ Υἱός ὑπάρχει πάντα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά ὁ Υἱός πῆρε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἔγινε καί ἔμβρυο καί βρέφος καί μωρό καί αὐτές τίς ἡμέρες πού γιορτάζουμε τήν Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου, Τόν εἴδαμε ὡς τεσσαρακονθήμερο βρέφος νά προσάγεται στόν ναό. Αὐτή εἶναι ἡ ἄπειρη ταπείνωση τοῦ Θεοῦ. Κι, ὅμως, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι πόσο διδασκόμαστε ἀπό αὐτή τήν ταπείνωση καί ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη καί αὐτή τήν συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ;… πού καταδέχεται ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός τῶν πάντων, ὁ Νομοδότης, Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε τόν νόμο, νά γίνεται μωρό, νά γίνεται βρέφος καί νά ὑποτάσσεται στόν νόμο πού ἔφτιαξε ὁ Ἴδιος καί νά γίνεται τό πᾶν γιά μᾶς γιά νά καταλάβουμε ὅτι κι ἐμεῖς εἴμαστε τό πᾶν γιά Αὐτόν, ὅπως λέει πολύ ὡραῖα ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Τόσο πολύ μᾶς ἀγαπάει!
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου